Η Βεργίνα (αρχ.: Αιγαί)

Η Βεργίνα (αρχ.: Αιγαί) είναι μία μικρή πόλη στη βόρεια Ελλάδα, στον Νομό Ημαθίας, στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Η πόλη έγινε παγκοσμίως διάσημη το έτος 1977, όταν ο Έλληνας αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος ανακάλυψε ένα ταφικό μνημείο συμπεριλαμβανομένου και του τάφου του βασιλιά Φιλίππου Β΄, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η Βεργίνα βρίσκεται 13 χλμ. νοτιοανατολικά της Βέροιας, πρωτεύουσας του νομού, και περίπου 80 χλμ. νοτιοδυτικά της Θεσσαλονίκης. Ο πληθυσμός της πόλης ανέρχεται στις 2.000 κατοίκους και στέκεται στους πρόποδες των Πιερίων Ορέων, σε
υψόμετρο 120 μέτρων από τη θάλασσα.
Η σύγχρονη πόλη της Βεργίνας ιδρύθηκε το 1922 δίπλα στα δύο αγροτικά χωριά Κούτλες και Μπάρμπες, τα οποία προηγουμένως ανήκαν στον Τούρκο Μπέη των Παλατιτσίων, και στα οποία κατοικούσαν 25 οικογένειες στην υπηρεσία του Μπέη. Κατά την επανάσταση του 1821 οι κάτοικοι της Βεργίνας (Κούτλες και Μπάρμπες) αγωνίστηκαν κατά των Οθωμανών. Μετά την Συνθήκη της Λωζάννης (24/7/1923) και την έξωση των μπέηδων, η γη διαμοιράστηκε σε οικόπεδα στους εκεί κατοίκους και σε 121 ελληνικές οικογένειες από τη Βουλγαρία και τη Μικρά Ασία, μετά από τις ανταλλαγές πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα, τη
Βουλγαρία και την Τουρκία. Το όνομα για τη νέα πόλη προτάθηκε από τον τότε Μητροπολίτη Βέροιας, Κωνστάντιο Β΄, που την ονόμασε Βεργίνα προς χάριν της θρυλικής βασίλισσας Βεργίνας, που έζησε στην περιοχή.
[Επεξεργασία]Αρχαιολογικά ευρήματα
Η Βεργίνα είναι τοποθετημένη κοντά στην αρχαία πόλη Αιγαί, την αλλοτινή πρωτεύουσα του αρχαίου μακεδονικού βασιλείου, το οποίο κυβερνούσε η δυναστεία των Αργεαδών από το 650 π.Χ. Οι αρχαιολόγοι είχαν δείξει ενδιαφέρον για τους λόφους γύρω από τη Βεργίνα ήδη από το 1850, υποψιαζόμενοι ότι μπορεί να ήταν ταφικά μνημεία. Ανασκαφές άρχισαν το 1861 υπό την επιτήρηση του Γάλλου αρχαιολόγου Leon Heuzey, ο οποίος υποστηριζόταν από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ'. Βρέθηκαν τμήματα του βασιλικού ανακτόρου. Παρ' όλ' αυτά, οι ανασκαφές σταμάτησαν για τον κίνδυνο της ελονοσίας.
Ασημένια Λήκυθος με Χρυσό Στεφάνι
Το 1937 το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης συνέχισε τις ανασκαφές, ανακαλύπτοντας περισσότερα τμήματα του ανακτόρου, αλλά και πάλι οι ανασκαφές διακόπηκαν λόγω του ελληνοϊταλικού πολέμου, το 1940. Μετά τον πόλεμο οι ανασκαφές ξεκίνησαν ξανά κατά την περίοδο 1950 με 1960 και το υπόλοιπο του ανακτόρου ήρθε στην επιφάνεια. Ο Έλληνας αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος πείσθηκε ότι ένας λοφίσκος που λεγόταν "η Μεγάλη Τούμπα" έκρυβε τους τάφους Μακεδόνων Βασιλέων. Το 1977 ο Ανδρόνικος ξεκίνησε μία ανασκαφή έξι εβδομάδων στην Τούμπα και ανακάλυψε τέσσερα θαμμένα ταφικά δωμάτια τα οποία ήταν ανέγγιχτα από τυμβωρύχους. Τρία ακόμα βρέθηκαν το 1980. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν και κατά τα έτη 1980 με 1990. Ο Ανδρόνικος υποστήριξε ότι τα ευρήματα ήταν οι τόποι ταφής Μακεδόνων Βασιλέων, συμπεριλαμβανομένου και του τάφου του Φιλίππου Β΄, πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μίας από τις γυναίκες του, και του γιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Αλεξάνδρου Δ΄ του Μακεδόνος. Αυτό έχει επιβεβαιωθεί από πολλούς αρχαιολόγους και την ελληνική κυβέρνηση. Ωστόσο, υπάρχουν αρχαιολόγοι που αμφιβάλλουν για αυτό και λένε ότι ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο Γ΄, ετεροθαλή αδελφό του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε περίπτωση που συμβαίνει αυτό, τα όπλα και η πανοπλία που βρέθηκαν στον τάφο ανήκουν στον Μέγα Αλέξανδρο καθώς ο Φίλιππος Γ΄ γύρισε τα όπλα του πίσω στην Μακεδονία, αφού αυτός πέθανε.


Χρυσή Λάρναξ Φιλίππου Β
Η χρυσή λάρνακα στην οποία ο Ανδρόνικος ταυτοποίησε τα απομεινάρια του σώματος του Φιλίππου Β΄, φέρει στο επάνω μέρος της τον Ήλιο της Βεργίνας, ο οποίος υιοθετήθηκε ως σύμβολο της ελληνικής Μακεδονίας. Ο Ήλιος υπήρξε σημείο διεθνούς αντιπαράθεσης το 1992, όταν το νεοϊδρυθέν κράτος της Π.Γ.Δ.Μ. τον χρησιμοποίησε ως σύμβολό του πάνω στη σημαία του. Όμως η ελληνική κυβέρνηση λέγοντας ότι το σύμβολο βρέθηκε σε αρχαίο μνημείο εντός του ελλαδικού χώρου υποχρέωσε το 1995 την κυβέρνηση της Π.Γ.Δ.Μ. να τον απομακρύνει από τη σημαία.


Η είσοδος της Μεγάλης Τούμπας του τάφου του Φιλίππου Β' στο Μουσείο της Βεργίνας.
Μεγάλη ποσότητα έργων τέχνης ήρθαν στο φως από τους τάφους, πολλά από χρυσό, συμπεριλαμβανομένης και της λάρνακας με τα αποτεφρωμένα απομεινάρια του Φιλίππου Β΄ και το χρυσό του στεφάνι δρυός. Τα ευρήματα βρίσκονται από το 2000 στο μουσείο του αρχαιολογικού χώρου, το οποίο βρίσκεται μέσα στον λοφίσκο. Το 1996 η UNESCO ανακοίνωσε την ένταξη του αρχαιολογικού χώρου των Αιγών, στον κατάλογο με τα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: