Παιδική παραβατικότητα: Μια μάστιγα που χτυπάει αδιάκριτα την «πόρτα» της… γειτονιάς μας
Στις
μέρες μας, που τα φαινόμενα εκδήλωσης γενικότερης παραβατικότητας και
εγκληματικότητας τείνουν να μονοπωλήσουν την ειδησεογραφία του
αστυνομικού δελτίου, γίνεται ευρέως αντιληπτό, ότι η συγκεκριμένη
κοινωνική παθογένεια χτυπά πλέον αδιάκριτα και τις πόρτες των μικρών
κοινωνιών, όπως αυτών της επαρχίας.
Παράλληλα, τα περιστατικά και τα γεγονότα δεν αφήνουν απέξω πια, ούτε
τις πιο «τρυφερές» ηλικίες των παιδιών και των εφήβων, που εν πολλοίς
συμπεριφέρονται στους κύκλους τους, ως μικροί ράμπο, εξολοθρευτές,
ικανοποιώντας εύκολα τις ορμές τους για εκδίκηση, αντίδραση,
επιβεβαίωση, επιβολή και φτάνουν ακόμη και στην αυτοδικία μεοποιοδήποτε μέσο
.
Η έξαρση του φαινομένου δεν άφησε ανεπηρέαστη και την Ημαθία, αφού η μικρή μας κοινωνία έγινε προσφάτως μάρτυρας του γνωστού αιματηρού περιστατικού του Διαβατού, ενώ και πολλές άλλες πολύ πιο… «απαλές» εκδηλώσεις νεανικής βίας, γίνονται κάθε μέρα αντιληπτές στα σχολεία και τις γειτονίες από την πλειονότητα των πολιτών. Με αφορμή τα παραπάνω, συζητήσαμε με την κ. Ειρήνη Αναγνώστου – Ψυχολόγο, με ειδικότητα στην Παιδοψυχολογία και τη Σχολική Ψυχολογία, η οποία είναι διορισμένη ως Σχολική Ψυχολόγος στο Ειδικό Δημοτικό Σχολείο Βέροιας, προκειμένου να μας βάλει λίγο πιο βαθιά στις ευαίσθητες και σύνθετες πτυχές της παιδικής και νεανικής παραβατικότητας.
Πως γεννάται και αναπτύσσεται στην κοινωνία μας κ. Αναγνώστου, το φαινόμενο της παιδικής παραβατικότητας και τι ηλικιακό φάσμα εκδήλωσης περιλαμβάνει;
Η παραβατικότητα, η επιθετικότητα και η βία έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά στοιχεία αλλά και κάποιες διαφορές, και στη μορφή τους και στην υλοποίηση και την πράξη. Πολλές φορές παρουσιάστηκαν δυσκολίες να αντιμετωπιστούν και νομικά και εκπαιδευτικά και κοινωνικά γενικότερα αυτά τα φαινόμενα. Όσον αφορά τις ηλικίες, δεν υπάρχει απάντηση σε αυτό, διότι βασικά είναι δύο οι κύριες ομάδες, εντός τον οποίων αναπτύσσεται το φαινόμενο – το θύμα και ο θύτης. Σίγουρα το θύμα είναι ένα άτομο ή μια ομάδα που δεν έχει ηλικία. Μπορεί να είναι και ένα βρέφος, μπορεί να είναι και ένας ηλικιωμένος. Όταν μιλάμε όμως για τους θύτες μπορούμε να πούμε ότι η πράξη εκτελείται από ένα άτομο συγκεκριμένης ηλικίας. Βλέπουμε ήδη θύτες τα τελευταία 20 χρόνια κυρίως στο δυτικό κόσμο, αλλά και στην Ανατολή και τη Μέση Ανατολή, μέσης ηλικίας γύρω στα 11 και πάνω. Η κυρίως εκδήλωση της παραβατικότητας είναι συνήθως από αγόρια 11 με 12, μέχρι και άνδρες 55 ετών. Εκεί εντοπίζεται η μάζα του φαινομένου.
Μετά πάμε στις μορφές του φαινομένου. Ειδικά σε ό,τι αφορά την παιδική παραβατικότητα, ο νόμος έχει σοβαρά προβλήματα – και ειδικά στην Ελλάδα – να αντιμετωπίσει δίκαια, ισορροπημένα και πρακτικά την κατάσταση, με αποτέλεσμα την ανεξέλεγκτη παραβατικότητα παιδιών από 18 ετών και κάτω.
Δυστυχώς βλέπουμε κάποιες μορφές ειδικότερα της παιδικής παραβατικότητας, στην εκδήλωση της οποίας οι ηλικίες μικραίνουν ολοένα και περισσότερο. Μικραίνουν από τη μια οι ηλικίες, αυξάνονται από την άλλη τα κρούσματα. Παραβατικότητα μονίμως υπήρχε, όμως στην Ελλάδα αντιμετωπίζουμε μεγαλύτερη έξαρση την τελευταία δεκαετία. Νομίζω όμως ότι σύμφωνα με όσες έρευνες και καταγραφές υπάρχουν από την ελληνική πραγματικότητα, ήταν πιο αθώες οι μορφές εκδήλωσης του φαινομένου παλιότερα. Σήμερα υπάρχει απίστευτη σκληρότητα στο πως εκδηλώνεται η επιθετικότητα και η παραβατικότητα από άνθρωπο προς άνθρωπο, ή από άνθρωπο προς την ξένη περιουσία. Δεν είμαι βέβαια εγκληματολόγος αλλά η αναγκαιότητα της ενασχόλησης με τα καθημερινά προβλήματα της κοινωνίας με κάνει να διαβάζω πολύ και τα βλέπω. Δηλαδή διαπιστώνουμε ότι μονίμως μια κοινωνία όσο διευρύνει τις κοινωνικές ομάδες της και συμπεριλαμβάνει διαφορετικές ομάδες πληθυσμού, που δεν έχουν κοινούς τρόπους επίλυσης των διαφορών τους… πχ άλλες κουτούρες… ο γονιός απέναντι στο παιδί, ο άντρας απέναντι στη γυναίκα, ο σεβασμός του νέου στον ηλικιωμένο… μέσα σε ένα τέτοιο πλέγμα κοινωνικών σχέσεων βλέπουμε να ευδοκιμεί η παραβατικότητα κάθε μορφής.
Τι ακριβώς είναι και πως ορίζεται η παραβατικότητα στην επιστημονική κοινότητα των ψυχολόγων;
Να δούμε τη λέξη παραβατικότητα ετυμολογικά. Δηλαδή παραβαίνω και παραβιάζω κάποια όρια του χώρου του άλλου. Έχει βήματα αυτή η κίνηση. Θα μπω στο χώρο σου για να σου πάρω κάτι, και μάλιστα πολλές φορές κάνοντάς σου κάτι. Αυτή η κίνηση φυσικά αντιβαίνει στη νομιμότητα γενικώς. Γιατί όταν καταπατώ το χώρο σου καταπατώ γραπτούς και άγραφους νόμους. Δηλαδή δεν αναφερόμαστε μόνο σε νομοθετικά πλαίσια αλλά και σε ό,τι συνίσταται η ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου και του χώρου του, ως ανθρώπου.
Πως και από πού ένα παιδί ξεκινάει και φθάνει σε μια εκδήλωση βίας και παραβατικότητας;
Όταν έχουμε να κάνουμε με παιδιά ειδικά, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα, καθώς μπαίνουν και βγαίνουν μέσα από ένα περιβάλλον ρόλων, του θύτη και του θύματος. Πολλές φορές αργούμε να αξιολογήσουμε την επιβάρυνση που προκάλεσε ο θύτης σε μια ψυχή, αργούμε δε, να κατανοήσουμε και τον πόνο και το δικαίωμα για προστασία που έχει το θύμα. Αν εξετάσουμε το πώς καταλήγει ένα παιδί στην παραβατικότητα, θα πρέπει να ξεκινήσουμε αρχικά από το αξίωμα ότι ο άνθρωπος δε γεννιέται εγκληματίας. Συνεπώς ας αφήσουμε προς στιγμή το γενετικό χάρτη του ανθρώπου και ας εστιάσουμε στο οικογενειακό – κοινωνικό σχήμα.
Ο άνθρωπος εντάσσεται σταδιακά από το πρώτο περιβάλλον του, το οικογενειακό, στις επόμενες κοινωνικές ομάδες… σχολείο, παρέες κλπ. Τις πιο πολλές φορές τα παιδιά που γίνονται θύτες στην αυλή του σχολείου, ή μέσα στην τάξη, ή στο γήπεδο του ποδοσφαίρου, έχουν συνήθως βιώσει κάποια εκδήλωση βίας από κάποιον ενήλικα ή κάποιον μεγαλύτερό τους. Άρα κουβαλούν μέσα τους ένα μίσος, έναν πόνο, μια οργή… Οι εκδηλώσεις αυτών των συναισθημάτων που μεταφράζονται σε παραβατικότητα μαθαίνονται. Δηλαδή αποτελούν αποτελέσματα μιμήσεων. Όταν ένα παιδί πχ μεγαλώνει σε μια οικογένεια, όπου τα μέλη της και ειδικά τα αρσενικά - σε όλο το φάσμα των συγκρούσεων που μπορεί να προκύψουν, είτε εντός του πυρήνα της οικογένειας, είτε με τους ανθρώπους του εξωτερικού περιβάλλοντος (γείτονας, εργασία κλπ) – αντιμετωπίζουν τα περιστατικά με υβρεολόγια, χειρονομίες, φωνές και χειροδικίες, είναι φυσικό το παιδί να αντιγράψει αυτό το μοντέλο.
Επομένως όταν και το παιδί βρεθεί σε μια παρόμοια θέση και κατάσταση, το πρώτο πράγμα που ανακαλεί η μνήμη του είτε αμυντικά, είτε διεκδικητικά για την αποκατάσταση του αισθήματος δικαίου, είναι το μοντέλο συμπεριφοράς που αντέγραψε και αυτομάτως το αναπαράγει. Είναι μιμητικό αυτό το μοντέλο.
Παίζουν τεράστιο ρόλο επίσης τα ερεθίσματα που παίρνουν τα παιδιά από τα ΜΜΕ. Ο κόσμος των ΜΜΕ προσφέρει τη γνώση, τα κίνητρα και όλα τα δεδομένα του μέσω της εικόνας. Όσο πιο πολλές εικόνες βίας τα παιδιά καταγράφουν, τόσο πιο εύκολα τις δέχονται ως κατάλληλες για εφαρμογή στη δική τους περίπτωση. Αυτό το φαινόμενο το βλέπουμε ακόμη και στα παιδικά προγράμματα. Τα κινούμενα σχέδια είναι αρκετά επικίνδυνα σήμερα, όταν τα παιδιά τα παρακολουθούν ανεξέλεγκτα, και χωρίς τη γονική επιτήρηση. Αν τα μελετήσουμε, όσο αθώα και να τα θεωρούμε ως γονείς, θα εντοπίσουμε πάρα πολλές πράξεις βίας. Και τα παιδιά μιμούμενα αυτές τις στάσεις ζωής και συμπεριφοράς που προβάλλονται, εύκολα, σχεδόν αντανακλαστικά θεωρούν φυσικό να πράξουν αυτό που είδαν.
Δηλαδή ένας βομβαρδισμός εξωγενών ερεθισμάτων, όπως η τηλεόραση, μπορεί να βλάψει και να έχει τις ίδιες παρενέργειες σε όλα τα παιδιά ανεξαιρέτως;
Μπορεί να έχουμε δύο παιδιά με ίδια τηλεοπτικά ερεθίσματα βίας και σε ποσότητα και σε ποιότητα (αριθμός σκηνών βίας, σκληρότητα) που όμως έχουν άλλες οικογενειακές σχέσεις. Εκεί θα δούμε διαφορές. Αλλιώς θα λειτουργήσει δηλαδή η παραπάνω διαδικασία αντιγραφής, ανάκλησης, μίμησης και εκτέλεσης της πράξης σε ένα παιδί που μεγαλώνει σε ειρηνικό και διαλεκτικό οικογενειακό περιβάλλον και αλλιώς σε ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στην οικογενειακή ταραχή και σύγχυση.
Κάποια παιδιά επίσης είναι πιο ικανά να διαχειριστούν τον μεγάλο καινούργιο για αυτούς, κόσμο του σχολείου και κάποια όχι τόσο. Δεν είναι πχ και τα πιο θαρραλέα ή τα πιο ευέλικτα άτομα. Η διαχείριση αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις δίνει συνήθως δυο κατηγορίες συμπεριφορών. Τα συναισθήματα του φόβου και της ανασφάλειας εκδηλώνονται είτε με απόσυρση, είτε με επίθεση. Η αποσύρονται δηλαδή και συνήθως γίνονται τα θύματα ή εντάσσονται στο σχολικό χώρο με κάποιο… «νταϊλίκι» και γίνονται κάποιες φορές οι θύτες. Το σχολείο είναι ένας «μαγικός» κόσμος που τρομάζει τα 9,5 στα 10 παιδάκια. Είναι ένας νέος και άγνωστος χώρος. Ξαφνικά το παιδί εισερχόμενο στο σχολείο πρέπει να μοιραστεί τον κόσμο του με τόσους άλλους συμμαθητές του. Επομένως αυτοί που συντονίζουν αυτή την κοινωνία που λέγεται σχολείο, οφείλουν να έχουν και γνώσεις και τεχνικές στο πώς να βοηθήσουν τα μικρά παιδιά να κατανοήσουν το σχολείο και να διαχειριστούν καταστάσεις μέσα σε αυτό. Κάτι που δυστυχώς δεν έχουμε στην Ελλάδα σε οργανωμένο επίπεδο. Δεν φταίνε όμως οι εκπαιδευτικοί για αυτό.
Ποια είναι ακριβώς η κατάσταση στα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας, ως προς αυτήν την πλευρά του προβλήματος που θίξατε;
Σήμερα ο εκπαιδευτικός καλείται πέρα από το υπερβολικά οριοθετημένο μαθησιακό πακέτο, να βοηθήσει το μαθητή να διαχειριστεί και όλο το ψυχο – κοινωνικό πεδίο, χωρίς ιδιαίτερη κατάρτιση, χωρίς βοηθητικά όργανα, όπως είναι οι ειδικότητες, ένα οργανωμένο ψυχοκοινωνικό κέντρο υποστήριξης – όπως ισχύει δηλαδή στα υπόλοιπα κράτη της Ευρώπης. Και βέβαια αυτό που μας λείπει είναι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αγωγής. Δεν έχουμε στα σχολεία μας κάτι τέτοιο, ώστε να ξεκινάει από τα προνήπια και να τελειώνει στο Λύκειο. Με σκοπό βέβαια πέρα από τις καθιερωμένες σχολικές γνώσεις, να διδαχθεί το παιδί τη διαχείριση των συναισθημάτων του (χαρά, θλίψη, σχέσεις, αποτυχίες, απογοητεύσεις κλπ).
Πολύ απλά δηλαδή, μας λείπει ένα πρόγραμμα προώθησης ψυχικής υγείας των παιδιών.
Πριν μέρες, γίναμε μάρτυρες ενός παραδόξου - για τη λογική των ενηλίκων τουλάχιστον – περιστατικού: Σε κεντρικό πάρκο της Βέροιας τρεις έφηβοι κλωτσούσαν μετά μανίας ένα παγκάκι, μέχρι που το έσπασαν, εκδηλώνοντας μάλιστα και κίνητρα ανταγωνισμού μεταξύ τους, στο ποιος θα το σπάσει καλύτερα! Πως σχολιάζετε το περιστατικό;
Εσείς ήσασταν απλός παρατηρητής ή πήρατε μια θέση παρέμβασης; Έχει σημασία η ερώτηση μου. Γιατί αν παρέμβεις και κάνεις έλεγχο και παρατήρηση, μπορείς να οδηγηθείς και στη αιτία. Μπορείς να πεις σε μια τέτοια περίπτωση στον δράστη:
«πήγαινε σπίτι σου και σπάσε τα έπιπλα της μητέρας σου». Και αν ο δράστης σε ρωτήσει τι σε νοιάζει εσένα και μπλέκεσαι, του απαντάς πολύ απλά… «είμαι πολίτης αυτής της κοινωνίας και το πληρώνω το παγκάκι του Δήμου, όπως και οι γονείς σου». Συνεπώς βασικός τρόπος στην καταστολή της παραβατικότητας, εφόσον μπορούμε, είναι να μεσολαβήσουμε εγκαίρως. Δηλαδή έχουμε ξεχάσει ότι όλοι είμαστε υπεύθυνοι για όλους. Αυτό το αίσθημα ευθύνης αγνοείται συστηματικά στην Ελλάδα. Η συγκεκριμένη πράξη των παιδιών ήταν μια καθαρή πράξη παραβατικότητας. Μια τέτοια μορφή παραβατικότητας τείνει πια να καθιερωθεί και ως μια μορφή … «αθώου» παιχνιδιού. Και είναι λογικό, από τη στιγμή που δεν λέμε εγκαίρως στα παιδιά, μην καταστρέφεις κάτι που δε σου ανήκει. Και μέσα από τέτοιες συμπεριφορές προδίδονται και ψυχικές τάσεις. Όπως δύναμη, επιβολή, εξουσία… ακόμη είναι και μια αγωνιώδης απαίτηση να κερδίσει το παιδί το ενδιαφέρον του περίγυρού του. Ο άνθρωπος είναι καλό να μάθει να λέει «όχι» σε κάποια πράγματα από μικρός. Και αυτό να γίνει με μια αίσθηση δικαιοσύνης. Δηλαδή να λέει όχι στο να γίνει θύμα αλλά και θύτης. Όχι στην παραβατικότητα και τις συνέπειές της.
Γνωρίζετε σαφώς το αιματηρό περιστατικό των μαχαιρωμάτων στο Διαβατό, προ ημερών, ανάμεσα σε Αλβανούς και Έλληνες. Πως θα αξιολογούσατε το περιστατικό και τις ενδεχόμενες συνέπειές του στην κοινωνική συνοχή της Ημαθίας αλλά και στην σχολική κοινότητα;
Είναι ένα θέμα που εμπλέκει επικίνδυνα δεδομένα. Ανεξάρτητα από την ηλικία των θυτών, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι μιλάμε για ένα καθαρό περιστατικό εγκληματικότητας. Χρειάζεται μια πολύ προσεκτική προσωπική διαχείριση για να έχουμε πολύ πιο ουσιαστικά αποτελέσματα, έστω και μακροπρόθεσμα. Είναι λεπτό και ευαίσθητο το θέμα, γιατί πρέπει πρωτίστως να εξετάσουμε πως εκδηλώνεται η πολυπολιτισμικότητα στη χώρα μας.
Παρόλο που τόσα χρόνια ζούμε με αλλοδαπούς, ακόμα δεν έχουμε καθόλου οργανώσει τις αντιλήψεις και τις σκέψεις μας στα σχολεία και δεν μπήκαμε σε ένα πρόγραμμα διαχείρισης του τρόπου ζωής με τον συνάνθρωπο τον ημεδαπό ή τον αλλοδαπό της μιας ή της άλλης εθνικότητας. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό.
Το συγκεκριμένο περιστατικό του Διαβατού θέλει πολύ προσεκτικό ζύγισμα. Πρέπει να ισορροπήσουμε ανάμεσα στην απόδοση της δικαιοσύνης και στην αποφυγή ρατσιστικών εκδηλώσεων στον κοινωνικό μας χώρο.
Κωστής Χαλάτσης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου